ἐφιστάνω

ἐφιστάνω, late form for ἐφίστημι,
A set over,

τινά τινι Plu.2.233e

.
II stop, check, v.l. in Dsc.4.16.
2 attend to a thing, c. dat., Plb.5.35.6; consider carefully, πῶς . . Id.11.2.5; εἰ . . , ὅτι . . , Arr.Epict.1.26.16, 2.18.31; note, of a commentator, Ammon. in APr.68.10.
3 attack, c. dat., Simp. in Ph.795.17.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφιστάνω — ἐφιστάνω (Α) 1. μτγν. τ. τού ἐφίστημι* 2. σταματώ 3. (με δοτ.) προσέχω, επιμελούμαι, φροντίζω για κάτι 4. βλέπω, θεωρώ προσεκτικά 5. (για σχολιαστές) σημειώνω κάτι 6. (με δοτ.) προσβάλλω, εφορμώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἱστάνω, μτγν. τ. τού ἵστημι] …   Dictionary of Greek

  • ἐφιστάνω — ἐπί ἱστάνω pres subj act 1st sg ἐπί ἱστάνω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.